Home » Θέατρο » Περιμένοντας τον Γκοντό

Περιμένοντας τον Γκοντό

Έξοχο υπαρξιακό πανόραμα  το «Περιμένοντας τον Γκοντό». Είδαμε και σχολιάζουμε.

Συντάκτης: Iωαννίδης  Ευθύμης

Ύστερα από  τον Μπέκετ, το σύγχρονο θέατρο δεν είναι πια το ίδιο. Κυρίως γιατί το μπεκετικό θέατρο αναδιαπραγματεύεται τον αρχαιοελληνικό ορισμό του τραγικού και  συνθέτει έναν καινούργιο ορισμό του τραγικού για ένα κόσμο χωρίς Θεό, με μισερή επικοινωνία, με πολλή μοναξιά, όπου ο άνθρωπος ενώπιος ενωπίω νιώθει αδύναμος να αναλάβει την  ευθύνη που του ανήκει ολοκληρωτικά.

Το έργο  «Περιμένοντας τον Γκοντό»  πρωτοπαρουσιάστηκε το 1953, αφήνοντας το κοινό και τους κριτικούς σκεπτικούς. Το σίγουρο είναι ότι κανείς δεν κατάλαβε την τομή που θα αποτελούσε για το σύγχρονο θέατρο. Ολόκληρο το έργο κλείνεται στον τίτλο του, στην απελπισία της διάρκειας και της ατέρμονης επαναληπτικότητας που δίνει η μετοχή «περιμένοντας». Το έργο διαδραματίζεται σε μια εξοχή, στη φύση, ωστόσο όχι σε μια φύση θαλερή, αλλά σε ένα τοπίο φτωχό, στεγνό, πνιγηρά άδειο, στο οποίο κυριαρχεί ένα και μοναδικό δέντρο. Ο Εστραγκόν και ο Βλαντιμίρ, οι δύο κεντρικοί του χαρακτήρες είναι δύο φερέοικοι, που περιφέρονται άσκοπα στη διάρκεια της μέρας και λίγο πριν από την έλευση της νύχτα καταλήγουν σε ένα συμπεφωνημένο σημείο όπου περιμένουν τον ερχομό ενός κάποιου μυστηριώδους  κυρίου Γκοντό, ο οποίος, όμως, ποτέ δεν έρχεται αλλά αντ’ αυτού έρχεται πάντα κάποιο παιδί που τους ενημερώνει πως ο Γκοντό δε θα έρθει σήμερα, οπωσδήποτε, όμως, θα έρθει αύριο. Περιμένουν λοιπόν  τον Γκοντό έξω από την Ιστορία, έχοντας γυρίσει ουσιαστικά την πλάτη στην Ιστορία. Το άχρονο μάλιστα  της φύσης, η διαρκής επανάληψη των κύκλων της φύσης, των αναμενόμενων σχεδόν μοιραίων αλλαγών τόσο που να καταργούν την ίδια την έννοια της αλλαγής τονίζουν ακόμη περισσότερο το πρόβλημα του χρόνου στο έργο.

Οι δυο ήρωες είναι ως εκ τούτου παγιδευμένοι σε μια αιώνια επανάληψη της οποίας σχεδόν δεν έχουν συνείδηση. Έρχονται έτσι στο ίδιο σημείο και περιμένουν ποιος ξέρει από πότε.  Έρχονται και περιμένουν, σχεδόν χωρίς μνήμη, μακριά από τον πραγματικό κόσμο των ανθρώπων. Καμιά αλλαγή δεν πρόκειται να ταράξει την επανάληψη, καθώς  δεν υπάρχει εξέλιξη ούτε καν στην απελπισία τους. Ο κόσμος τους δεν είναι κόσμος πράξεων. Στο Περιμένοντας τον Γκοντό η πράξη είναι καταργημένη, έχει αντικατασταθεί από τα λόγια που υποδηλώνουν την επιθυμία της, αλλά σε όλη τη διάρκεια του έργου δεν υπάρχει πράξη.  Μιλούν για τον θάνατο, σκέφτονται ως λύση την πιθανότητα της αυτοκτονίας, αλλά δεν την τολμούν, τσακώνονται για τη σχέση τους, δείχνουν να επιθυμούν να χωρίσουν τους δρόμους τους, αλλά οχυρώνονται πίσω από προφάσεις και βυθίζονται ολοένα και πιο πολύ στην πάντα επικείμενη και πάντα αναστελλόμενη άφιξη του Γκοντό. Δε θα μάθουμε ποτέ ποιος είναι ο Γκοντό. Είναι μια λέξη α-νόητη και ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να της προσδώσει  ο καθένας με το νόημα που θέλει.

Και τι νόημα έχουν όλα αυτά; Γιατί το έργο αυτό είναι τόσο στατικό εντέλει; Ποιος είναι ο Γκοντό και γιατί αποκτά τόσο σημαντικό νόημα για αυτούς; Έχει προταθεί από ερμηνευτές ότι ο Γκοντό είναι ο ίδιος ο Θεός, η έλευση του οποίου θα επιφέρει τη λύτρωση από την απελπισία της απουσίας νοήματος. Η ερμηνεία αυτή υποστηρίζεται – πέρα από το εσχατολογικό νόημα που αποκτά το πρόσωπο του Γκοντό στο έργο – και από την ετυμολογική εγγύτητα του ονόματος Godot με την αγγλική λέξη God.

Αλλά η ερμηνεία αυτή είναι, βέβαια, πολύ στενή για ένα έργο τόσο βαθύ. Ο ίδιος ο Beckett υποδείκνυε ότι το ουσιώδες δεν είναι να σκεφτεί κανείς πάνω στον Γκοντό, αλλά στο περιμένοντας του τίτλου. Εξάλλου, ισχυριζόταν ότι το όνομα Γκοντό προέκυψε από τον συνδυασμό των λέξεων godillot (αρβύλα) και godasse (παπούτσι), υπογράμμιζε δηλαδή την βαθιά σύνδεση των χαρακτήρων – συμπεριλαμβανομένου του Γκοντό – με τη γη και όχι με το επέκεινα.

Στον  Γκοντό, ωστόσο, υπάρχουν άλλα δύο πρόσωπα, ο Ποτζό και ο Λάκυ, ένα ζεύγος αφέντη και δούλου –που η εκτυφλωτική είσοδός τους στη σκηνή δημιουργεί για μια στιγμή την υποψία ενός γεγονότος, πλην όμως σύντομα φαίνεται πως κι αυτοί αποτελούν μέρος της αέναης επανάληψης. Ο Πότζο είναι ο κύριος και ο Λάκυ είναι ο δούλος, μονίμως συνδεδεμένος με τον κύριο του από ένα σχοινί, ο οποίος δε διαμαρτύρεται καθόλου για τα βασανιστήρια που υφίσταται. Παρά τη φαινομενική εξάρτησή του ο Λάκυ είναι Lucky (= τυχερός), γιατί έχει στερηθεί την ελευθερία του και άρα έχει απαλλαγεί από την πιεστική ανάγκη της ανεύρεσης του νοήματος. Ούτε όμως ο Πότζο, είναι πραγματικά ελεύθερος διότι ως εξουσιαστής εξαρτάται από την ύπαρξη του εξουσιαζομένου και δίχως αυτόν, δεν υπάρχει και ο ίδιος. Ο Πότζο και ο Λάκυ συγκροτούν ως εκ τούτου από κοινού ένα ζεύγος αλληλοσημάνσεων που επανέρχονται περιοδικά στη διάρκεια του έργου. Αυτή μάλιστα  η περιοδικότητα υποδηλώνει την – πάλι εγελιανής καταγωγής – επανάληψη της ιστορίας, όμοιας αλλά και διαφορετικής, ανίκανης να ενθυμηθεί και να διαθέτει συνείδηση του εαυτού της, εξ ου και το ότι η επαναφορά τους δε γίνεται συνειδητή από τους ίδιους παρά μόνο από τον Βλαδίμηρο και τον Εστραγκόν.

Ο Πότζο και ο Λάκυ τραβούν μπροστά στον ατέρμονο και μάταιο δρόμο τους όντας και οι ίδιοι καθηλωμένοι στον χρόνο, διότι η επανάληψη δε συνιστά χρόνο, δημιουργώντας, όμως, με την επαναλαμβανόμενη έλευσή τους, χρόνο στον Βλαδίμηρο και τον Εστραγκόν, οι οποίοι με τη σειρά τους, καθώς συνειδητοποιούν την τραγική απουσία του χρόνου, έχουν επιτακτική ανάγκη να δημιουργήσουν χρόνο για τους ίδιους και να εξέλθουν από την ακινησία της ύπαρξής τους. Έτσι, μέσα από την περιπλοκή των σχέσεων του Βλαδίμηρου και του Εστραγκόν, του Πότζο και του Λάκυ και όλων μαζί με τον Γκοντό, αναδεικνύεται το βασικό θέμα του κειμένου, δηλαδή η χρονικότητα του ανθρώπου.

Ο Γιάννης Αναστασάκης είδε στον Γκοντό περισσότερο την ανθρωπογεωγραφική διάσταση του κειμένου και τόνισε έτσι ιδιαίτερα, τα ανθρωπογεωγραφικά στοιχεία του έργου. Το  Περιμένοντας τον Γκοντό  του Κρατικού θεάτρου σύστησε έναν Μπέκετ που σχολιάζει έτσι την Ελλάδα της κρίσης, της φτώχιας, της απελπισίας που διψά για την έλευση του Μεσσία. Αυτός βέβαια δεν πρόκειται να έρθει ποτέ κι ας τον περιμένουμε διακαώς, όπως ακριβώς οι ήρωες οι οποίοι σε στάση  Πιετά (ο θρήνος της Παναγίας με τον Χριστό θανόντα) που σχηματίζουν οι δύο ηθοποιοί την ώρα του νανουρίσματος, απευθύνουν έκκληση για λύτρωση.

Ο σκηνοθέτης έδωσε στους ήρωες κλοουνίστικα χαρακτηριστικά και κίνησε την παράσταση σε υψηλούς τόνους και ταχύτητες –ειδικά στο δεύτερο μέρος οι δυο ήρωες γίνονται πιο κινητικοί και αποφασιστικοί- σκηνοθετική οδηγία  που δημιουργεί ευχάριστη ένταση, δίχως, ωστόσονα  αφαιρεί  τίποτα απολύτως  από την εσωτερικότητα του κειμένου.

Η ολική σκηνοθεσία του Γιάννη Αναστασάκη, σε συνδυασμό με τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, το εξπρεσιονιστικό σκηνικό του δρόμου πάνω στον οποίο εκτυλίσσεται η δράση και απλώνεται στο κοινό σαν αδηφάγο στόμα,  καταφέρνει να γεμίσει την κεντρική σκηνή του Βασιλικού Θεάτρου με ένα έργο λιτό, γιατί στηρίζεται στα αρχετυπικά υλικά της θεατρικής σύμβασης: τους ηθοποιούς, το σανίδι, τα φώτα, τη μουσική. Το σύμβολο του δρόμου της διπλής όψεως που ανοίγεται και φτάνει μέχρι την πλατεία του θεάτρου βροντοφωνάζει την αναπόδραστη αναμονή…

Περιμένοντας τον Γκοντό του Σάμουελ Μπέκετ – Συντελεστές

Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης
Σκηνοθεσία: Γιάννης Αναστασάκης
Σκηνικά – Κοστούμια: Κέννυ ΜακΛέλλαν
Πρωτότυπη Μουσική Σύνθεση: Μάνος Μυλωνάκης
Επιμέλεια Κίνησης: Δημήτρης Σωτηρίου
Φωτισμοί: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σαμψών Φύτρος
Βοηθός Σκηνογράφου – Ενδυματολόγου: Μαρία Μυλωνά
Φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου
Οργάνωση παραγωγής: Ηλίας Κοτόπουλος
Παίζουν: Γιώργος Καύκας (Βλαδίμηρος), Κωνσταντίνος Χατζησάββας (Εστραγκόν)
Παναγιώτης Παπαϊωάννου (Πότζο), Θανάσης Ραφτόπουλος (Λάκυ)
Το Αγόρι ερμηνεύει ο Φούλης Μπουντούρογλου.

ομάδα Διάλογος

Check Also

Τρέχω για τα στρατόπεδα μαζί με τη Λάμψη

Τρέχω για τα στρατόπεδα μαζί με τη Λάμψη

Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων Σχολικών Μονάδων Δήμων Αμπελοκήπων Μενεμένης και Παύλου Μελά, αθλητικοί, πολιτιστικοί, περιβαλλοντικοί, …

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Κάντε like στη σελίδα του evosmos.org στο Facebook Έτσι θα ενημερώνεστε πρώτοι για τα νέα της καθημερινότητας.

Κλείσιμο