Home » Θεολογία » “Εκκλησία και Αριστερά – Ομοιότητες και Διαφορές”

“Εκκλησία και Αριστερά – Ομοιότητες και Διαφορές”

“Εκκλησία και Αριστερά – Ομοιότητες και Διαφορές”

Στις 22. και 23. Ιανουαρίου 2013 έγινε στην Αίθουσα Τελετών της παλιάς Φιλοσοφικής του ΑΠΘ το συνέδριο «Εκκλησία και αριστερά», που διοργανώνει το τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ -υπό την αιγίδα της πρυτανείας του ιδρύματος και με τη συνεργασία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας. Ένα ακόμη βήμα του Τσίπρα προς την εξουσία

Κατά την έκτη θεματική ενότητα των εργασιών του Συνεδρίου “Εκκλησία και Αριστερά”, με τίτλο «Ο σύγχρονος λόγος της Εκκλησίας και της Αριστεράς. Από τη συγκρουσιακή στη συνεργατική ρητορική», ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας, Καθηγητής ΕΚΠΑ, παρουσίασε την εισήγησή του με θέμα «Εκκλησία και Αριστερά – Ομοιότητες και Διαφορές».

Ακολουθεί η ομιλία του Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία

1. Ευχαριστώ τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Κον Κον Ιερώνυμον, όπως και την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας μας, διότι μεταξύ των άλλων πατέρων Ιεραρχών όρισε και την ταπεινότητά μου ως ομιλητή σ᾽ αυτό το επιστημονικό Συνέδριο, που διοργάνωσε η κλεινή θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης για το επίμαχο πρόβλημα ΕΚΚΛΗΣΙΑ και ΑΡΙΣΤΕΡΑ και με το σημαντικό μάλιστα δοθέν εις εμέ επί μέρους θέμα Ομοιότητες και Διαφορές των δύο, Εκκλησίας και Αριστεράς.

Κατ᾽ αρχάς θέλω να πω, και μάλιστα να τονίσω, αυτά τα δύο βασικά, πρώτον μεν ότι η Εκκλησία δεν εμπλέκεται στα πολιτικά κόμματα, δεν ταυτίζεται με καμμία πολιτική παράταξη, και δεύτερον να πω ότι η Εκκλησία δεν παραθεωρεί την πολιτική, διότι θεωρεί τα πολιτικά κόμματα ως ανθρώπινες ιδεολογίες, η κάθε μια από τις οποίες θέλει και αγωνίζεται για μια καλύτερη κοινωνία.

Μετά το μικρό αυτό εισαγωγικό σημείωμα εισέρχομαι κατ᾽ ευθείαν στο θέμα μου και δηλώ ότι θα το διεξέλθω με συντομία, λόγω στενότητος χρόνου, και με απλότητα, ως μία κατήχηση για τον λαό. Όλοι μας γι᾽ αυτόν τον λαό του Θεού νοιαζόμεθα και εργαζόμεθα. Σε κάθε παράγραφο του λόγου μου θα συμπλέκω και τις ομοιότητες και τις διαφορές Εκκλησίας και Αριστεράς, αυτό που είναι το θέμα μου, και έτσι θα φαίνεται καλύτερα η αντιπαράθεση των δύο.

2. Από πολιτικές παρατάξεις και ιδιαίτερα από την Αριστερά ακούγεται από προηγούμενα ήδη χρόνια ότι η Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται για το παρόν του ανθρώπου, για την άνετη ζωή του με τα επίγεια αγαθά, αλλά όλο τονίζει την παραδείσια κατάσταση στην μέλλουσα ζωή. Αυτό το είπε ένας προηγούμενος αριστερίζων πολιτικός σε συγκέντρωση πολιτικών, όπου μάλιστα ευρίσκοντο και Αρχιερείς. «Αυτοί – είπε ο πολιτικός, δείχνοντας τους Αρχιερείς – είναι για τους απερχομένους», για κηδείες δηλαδή και για Τρισάγια. «Ημείς – είπε, απευθυνόμενος στους πολιτικούς – είμαστε για τους ερχομένους»!….

Προς την κατηγορία αυτή έχω να πω ότι η Εκκλησία βλέπει ψυχοσωματικά τον άνθρωπο και νοιάζεται για όλα τα αναγκαία του, όχι μόνο της ψυχής τα αναγκαία αλλά και του σώματος. Το αντίθετο, το να ενδιαφέρεται η Εκκλησία μόνο για την ψυχή του ανθρώπου, αποτελεί γι᾽ αυτήν αίρεση μονοφυσιτική. Επειδή ομιλώ στην Θεσσαλονίκη θα θυμίσω τον λόγο του αποστόλου Παύλου στην Α´ προς Θεσσαλονικείς Επιστολή του. Οι Θεσσαλονικείς χριστιανοί ήταν εναγώνιοι για την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, την οποία περίμεναν πολύ σύντομα. Και απορροφημένοι από την προσδοκία αυτή είχαν εγκαταλείψει τις εργασίες τους και τις άλλες επίγειες ασχολίες τους και συζητούσαν μόνο γι᾽ αυτό το εναγώνιο θέμα τους. Εν τω μεταξύ το σώμα ήθελε να τραφεί και γι᾽ αυτό αυτοί οι χριστιανοί γίνονταν βάρος στους άλλους, επιβαρύνοντας τους για την διατροφή τους. Τα έμαθε αυτά ο απόστολος Παύλος και τους γράφει επιτιμητικό λόγο. Μάθετε, τους λέγει, «πως πρέπει να περιπατείτε» (Α´ Θεσ. 4 )!

Ο λόγος του είναι πολύ παραστατικός. Σαν να μου φαίνεται ότι ο Απόστολος εδώ παίρνει με το χέρι του τα κεφάλια των χριστιανών αυτών, που τα είχαν στραμμένα προς τα πάνω, αναμένοντες την Παρουσία του Χριστού, και τα στρέφει προς τα κάτω, και τους λέγει να προσέχουν πως περπατούν, για να μη σκοντάψουν! Τους συνιστά δηλαδή να στραφούν προς τα καθήκοντα της επιγείου ζωής τους, στις υποχρεώσεις τους προς την οικογένειά τους και προς την κοινωνία. Αυτό σημαίνει αυτό που τους λέγει παρακάτω «πράσσειν τα ίδια και εργάζεσθαι ταις ιδίαις χερσίν» και να φέρονται «ευσχημόνως προς τους έξω», τους απίστους δηλαδή, ώστε «να μην έχουν ανάγκη από κανέναν» (Α´ Θεσ. 4,11.12).

Αλλά θα πω και το άλλο το περισσότερο βασικό για το θέμα που ομιλώ. Η Παλαιά Διαθήκη, το πρώτο μέρος της θείας Αποκαλύψεως, έχει εγκόσμιο χαρακτήρα, τονίζει δηλαδή πολύ την παρούσα ζωή. Είναι θεολογικό πρόβλημα το γιατί συμβαίνει αυτό στην Παλαιά Διαθήκη. Η ερμηνεία είναι ότι, επειδή η Παλαιά Διαθήκη πολέμησε την νεκρομαντεία των Χαναναίων – η οποία προϋποθέτει πίστη στην ζωή μετά θάνατον – γι᾽ αυτό, λόγω του πολέμου κατά της νεκρομαντείας, ξαναλέγω, δεν ανέπτυξε η Παλαιά Διαθήκη, στα πρώτα της χρόνια τουλάχιστον, την διδασκαλία στην μεταθανάτια ζωή. Αυτό θα γίνει τον 7ο αι., όταν θα καταπαύσει ο πόλεμος κατά της νεκρομαντείας. Γι᾽ αυτό λοιπόν η Παλαιά Διαθήκη τονίζει την παρούσα ζωή, έχει εγκόσμιο χαρακτήρα, ξαναλέγω. Έτσι έχουμε τον προφήτη Ησαΐα που παριστάνει τον Θεό λέγοντα: «Εάν θέλητε και εισακούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε» (Ησ. 1,19). Ο εγκόσμιος αυτός χαρακτήρας της Παλαιάς Διαθήκης, μαζί βέβαια με την έννοια της αγάπης, είναι η βάση για την ανάπτυξη της ωραίας και εκτενούς κοινωνιολογίας, την οποία βλέπουμε στην Παλαιά Διαθήκη.1

Η Εκκλησία νοιάζεται και αγωνίζεται οι χριστιανοί, και όχι μόνο οι χριστιανοί, αλλά και όλοι οι άνθρωποι, να έχουν τα αναγκαία για την ζωή τους, όπως αυτό το δεικνύει και το αποδεικνύει περίτρανα το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας με τα καθημερινά συσσίτια και όλη την φιλανθρωπική της δράση. Δεν είναι λοιπόν αληθινή, αλλά είναι άδικη η κατηγορία κατά της ᾽Εκκλησίας, ότι αυτή αδιαφορεί για το παρόν του ανθρώπου, για τα επίγεια αγαθά του. Θέλει και εύχεται και φροντίζει οι άνθρωποι να διάγουν μία άνετη ζωή χωρίς την στέρηση των αναγκαίων. Το ίδιο ενδιαφέρον και τον ίδιο αγώνα κάνει ασφαλώς και η Αριστερά πολιτική παράταξη και εμείς το χαιρόμεθα βεβαίως αυτό και το επαινούμε. Σ᾽ αυτό συναντώμεθα και συμφωνούμε.

3. Η σημαντική όμως και κυρία διαφορά μας είναι ότι ο μεν Αριστερισμός-Κομμουνισμός θέλει την άνετη αυτή παρούσα ζωή του ανθρώπου άνευ Θεού η, τέλος πάντων, παίρνοντας αδιάφορη θέση ως προς την παρουσία του Θεού στην ζωή των ανθρώπων. Η δε Εκκλησία την άνευ Θεού ζωή του ανθρώπου την θεωρεί ως αρειανική αίρεση, η οποία αποχωρίζει την θεία φύση από το πρόσωπο του Χριστού και βλέπει σ᾽ αυτό ανθρώπινη μόνο φύση. Κατά την Εκκλησία η ζωή χωρίς τον Θεό, όσο και αν έχει πλούσια τα υλικά αγαθά, είναι ζωή χωρίς νόημα, είναι ζωή βαρετή (boring). Πολύ το τονίζει στην διδασκαλία της αυτό η Εκκλησία. Διδάσκει δηλαδή, αντίθετα προς τα άλλα συστήματα, ότι όλα τα αγαθά της γης δεν μπορούν να χαρίσουν την ευτυχία στον άνθρωπο, ακριβώς διότι η Εκκλησία έχει άλλη θεώρηση περί του ανθρώπου, εντελώς διάφορη από τα αριστερίζοντα συστήματα, αλλά και τα άλλα κοσμικά συστήματα.

4. Πως βλέπει η Εκκλησία τον άνθρωπο; Είναι πολύ σημαντικό αυτό για το θέμα μας. Ο άνθρωπος κατά την Εκκλησία είναι εικόνα του Θεού και αυτό ακριβώς είναι το μεγαλείο του και η μεγάλη του αξία. Αλλά θέλω να πω κάτι άλλο, θεολογώντας με απλότητα σε ένα ερώτημα σχετικό με το θέμα: Πως εγώ, ο άνθρωπος, είμαι εικόνα του Θεού, αφού εγώ ο άνθρωπος έχω σώμα, ο δε Θεός δεν έχει σώμα; Για να πούμε ακριβώς ότι ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού, θα πρέπει να βρούμε Θεό με σώμα!

Ποιός είναι αυτός; Είναι ο Ιησούς Χριστός, ο σαρκωθείς Υιός του Θεού, γι᾽ αυτό και οι άγιοι Πατέρες μας μιλώντας πιο συγκεκριμένα λέγουν ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε όχι κατά την εικόνα του Θεού γενικά, αλλά κατά την εικόνα του Ιησού Χριστού.2 Γι᾽ αυτό το ωραίο νόημα έχουμε σχετικό χωρίο της Αγίας Γραφής στο βιβλίο της Γένεσης. Στον στιχ. 1,27 διαβάζουμε ότι «ο Θεός εποίησε τον άνθρωπον κατ᾽ εικόνα Θεού». Το περίεργο του χωρίου αυτού είναι ότι εισάγει οιονεί «δεύτερο» Θεό και ερωτούμε: Κατ᾽ εικόνα ποίου Θεού ο Θεός εποίησε τον άνθρωπο; Η απάντηση είναι ότι ο Θεός εποίησε τον άνθρωπο κατά την εικόνα του Υιού Του, που επρόκειτο να ενανθρωπήσει! Η αλήθεια αυτή έχει μέσα της την τιμή και προς το σώμα του ανθρώπου και προς την κτίση όλη, γιατί αυτό το σώμα μας, που είναι μικρόκοσμος, έλαβε ο Υιός του Θεού με την ενανθρώπησή Του.

Επανερχόμενοι λέγουμε ότι η Εκκλησία βλέπει τον άνθρωπο ως εικόνα του Θεού. Δίδουν διάφορες ερμηνείες για το τι σημαίνει αυτό, ότι ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού. Κατά την γνώμη μου η καλυτέρα των ερμηνειών είναι η απλή ερμηνεία του μακαριστού διδασκάλου Βασιλείου Βέλλα, ότι εικόνα του Θεού στον άνθρωπο είναι η φορά του, η ορμή του προς τον Θεό, που του δίνει την δυνατότητα να κοινωνεί μαζί Του. Αυτήν την τάση και ορμή την συναντούμε σε όλους τους λαούς.3

Αυτήν την υψηλή διδασκαλία της Εκκλησίας περί του ανθρώπου, ως εικόνος του Θεού, δεν την έχουν τα κοσμικά συστήματα, στα οποία εννοώ και τα αριστερίζοντα. Η θεώρηση του ανθρώπου ως εικόνος του Θεού τον καθιστά άξιο τιμής και σεβασμού. Το κλάμα του δεν είναι τρίξιμο μηχανών, αλλά είναι κλάμα και πόνος ενός παιδιού του Θεού, για το οποίο σαρκώθηκε ο Υιός του Θεού και σταυρώθηκε στον φρικτό Γολγοθά. Αφού λοιπόν ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού, αφού τέτοια είναι η φύση του, άρα δεν μπορούν να του δώσουν την ευτυχία μόνο τα υλικά αγαθά, γι᾽ αυτό η Εκκλησία μαζί μ᾽ αυτά, και πρώτα από αυτά, θέλει να του χαρίσει την κοινωνία με τον Θεό, από τον Οποίο ήλθε και προς τον Οποίο πηγαίνει. Αυτή είναι η κύρια διαφορά Εκκλησίας και Αριστεράς ως προς τα αγαθά της παρούσης ζωής, τα οποία και οι δύο, επαναλαμβάνουμε, Εκκλησία και Αριστερά, αγωνίζονται να προσφέρουν στον ταλαιπωρημένο άνθρωπο.

5. Με την ευκαιρία που δώσαμε την θεώρηση της Εκκλησίας για τον άνθρωπο ως εικόνος του Θεού, είναι πολύ αναγκαίο για το θέμα μας να πούμε τι είναι ο Θεός, του Οποίου εικόνα είναι ο άνθρωπος. Επαναλαμβάνω ότι αυτό δεν είναι ξένο προς το θέμα μας. Είναι δε ανάγκη να το πούμε αυτό, γιατί πολλοί, και θρησκευόμενοι ακόμη άνθρωποι, δεν γνωρίζουν το τι είναι ο Θεός. Λοιπόν: Κατά την Αγία Γραφή, που έχει την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, ο Θεός είναι αυτά τα δύο: Είναι προσωπικό Ον (ο Ων Θεός) και είναι αγάπη. Ακούστε τώρα: Αφού ο Θεός είναι πρόσωπο και αγάπη, άρα και ο άνθρωπος, που είναι εικόνα του Θεού, άρα και αυτός είναι πρόσωπο και αγάπη. Και αφού είμαστε πρόσωπα και αγάπη, ως κατ᾽ εικόνα του Θεού πλασμένοι, άρα και η κοινωνία μας με τον Θεό και μεταξύ μας πρέπει να είναι προσωπική και αγαπητική. Αυτό είναι όλο κι όλο, αγαπητοί μου ακροατές. Αυτό φτιάχνει τέλεια κοινωνία ανθρώπων.

Το να βλέπει ο ένας τον άλλον σαν εικόνα του Θεού, σαν τον εαυτό του, σαν μικρό θεό του!… Παρακαλούμε την Αριστερά παράταξη, αν μπορεί, αν έχει, ας μας δώσει από τα κείμενά της, παλαιότερα η νεώτερα, μια τέτοια θεώρηση περί του ανθρώπου και ένα τέτοιο όραμα της ανθρώπινης κοινωνίας, αγγελικά πλασμένης.

6. Αυτή η τέλεια κοινωνία, όπως την είπα παραπάνω, αυτό είναι ΕΚΚΛΗΣΙΑ, αγαπητοί μου. Είναι πολύ σημαντικό ότι στα πατερικά κείμενα δεν υπάρχει ορισμός του τι είναι Εκκλησία. Γι᾽ αυτό και πέφτουμε στα σύμβολα. Πραγματικά δε η Ορθόδοξη θεολογία είναι συμβολική. Γι᾽ αυτό και η Εκκλησία στην Γραφή και στα πατερικά κείμενα εκφράζεται δι᾽ εικόνων, της αμπέλου και των κλημάτων, της οικοδομής, του γάμου, της οικογενείας, του σώματος, κ.α.4

Στα κηρύγματά μου και ιδιαίτερα σε κατηχητικά μαθήματα στα νέα παιδιά μου αρέσει να παριστάνω την Εκκλησία πιο απλά με την έννοια της αγκαλιάς. Η Εκκλησία είναι η αγκαλιά του Θεού, στην οποία χωράμε όλοι. Αλλ᾽ έχουμε έναν παλαιό συμβολικό ορισμό περί Εκκλησίας, του αγίου Ιγνατίου, ότι η Εκκλησία είναι το Θυσιαστήριο,5 αυτό, δηλαδή, που γίνεται πάνω στο Θυσιαστήριο. Και πάνω στο Θυσιαστήριο τελείται η θεία Λειτουργία, της οποίας το τέλος είναι η θεία Κοινωνία. Αυτό είναι Εκκλησία: Κοινωνία με τον Θεό και κοινωνία με τους αδελφούς χριστιανούς, γιατί όλοι οι κοινωνούντες γίνονται «σύσσωμοι» και «σύναιμοι»6 ως κοινωνήσαντες το αυτό Σώμα και Αίμα του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Αυτό οι χριστιανοί το βιώνουμε, πρέπει να το βιώνουμε στην πρακτική μας ζωή. Η όλη μας δηλαδή συμπεριφορά πρέπει να δείχνει ότι είμαστε ενωμένοι με τον Θεό και μεταξύ μας. Ότι δηλαδή ζούμε με αγάπη και πλήρη κοινωνία μεταξύ μας σε όλα. Οι πρώτοι χριστιανοί, επειδή βίωναν την μεταξύ τους αυτή κοινωνία – η οποία εκκινούσε από την κοινωνία τους με τον Θεό –, γι᾽ αυτό είχαν «άπαντα κοινά» (Πραξ. 4,32). Ζούσαν κοινοβιακά. Δεν υπήρχε μεταξύ τους φτωχός η πλούσιος. Δεν αντέχω, δεν μπορώ να συγκρατήσω την επιθυμία μου, στο να παραθέσω μία περικοπή του Μεγάλου Βασιλείου, στην οποία περιγράφει πως πρέπει να είναι η αγαπητική κοινωνία των αδελφών στο μοναστήρι:

«Άριστη κοινωνία – λέγει – εγώ ονομάζω εκείνη, στην οποία δεν υπάρχει ιδιοκτησία, ούτε αντιθέσεις και δεν συμβαίνουν ταραχές, φιλονικίες και έριδες. Όλα δε σ᾽ αυτή την κοινωνία να είναι κοινά… Οι πολλοί να είναι ένας και ο ένας να μην είναι μόνος, αλλά μέσα στους πολλούς. Τι είναι καλύτερο και ωραιότερο από μια τέτοια κοινωνία; Τι πιο πολύτιμο μπορεί να βρεθεί από αυτήν την σύνδεση και την ένωση των πολιτών; Τι πιο ωραίο από την ανάμιξη των ηθών και των ψυχών; Άνθρωποι που προέρχονται από διάφορη γενιά και καταγωγή μόνιασαν τόσο πολύ, ώστε να φαίνονται σαν μια ψυχή σε πολλά σώματα και τα πολλά σώματα να φαίνονται ότι είναι όργανα ενός ανθρώπου. Ο άρρωστος στο σώμα έχει πολλούς που υποφέρουν μαζί του κατά την διάθεση· ο άρρωστος και απογοητευμένος στην ψυχή έχει πολλούς που τον θεραπεύουν και τον ανορθώνουν. Ο ένας είναι δούλος στον άλλο· ο ένας είναι κύριος στον άλλο. Και με την άμαχο ελευθερία τους δείχνουν την πλήρη δουλεία που έχει ο ένας στον άλλο… Με την αγάπη υποτάσσονται αυτοί οι ελεύθεροι ο ένας στον άλλο· και με το αυθαίρετο της γνώμης τους φυλάττουν την ελευθερία τους» (Ασκητικαί Διατάξεις κεφ. ιη´).

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ευλογεί τον Τσίπρα, σύντομα και σαν Πρωθυπουργό; Ιερώνυμε, απο ποιόν πήρες τέτοιες διαταγές;

Αυτόν τον τρόπο ζωής τον τονίζει πολύ η Αριστερά παράταξη και είναι κατ᾽ αυτό σε αγαστή, σε θαυμαστή συμφωνία με την Εκκλησία. Πραγματικά, μας αρέσουν οι κήρυκες της Αριστεράς παράταξης, οι κηρύσσοντες την κοινοκτημοσύνη, που για μας είναι βίωμα μιας σωστής και αληθινής εκκλησιολογίας. Ας προσέξουμε όμως ότι στην Εκκλησία αυτή η κοινοκτημοσύνη δεν γίνεται με καταναγκασμό, αλλά ελεύθερα και ευχάριστα, γιατί με αυτό ζουν οι χριστιανοί την μεγάλη εντολή της αγάπης στην αδελφότητα της Εκκλησίας. Γι᾽ αυτό, στην προαναφερθείσα περικοπή του αγίου Βασιλείου, ο μέγας πατήρ, ομιλώντας για το θαυμαστό και παράδοξο που είπε περιγράφοντας την μοναστική κοινωνία των αδελφών, ότι ο ένας «έχει πλήρη δουλεία στον άλλον», εξηγεί ότι αυτήν την δουλεία «δεν έφερε με βία κάποια ανάγκη, που δημιουργεί πολλή δυστροπία σ᾽ αυτούς που καταναγκάστηκαν σ᾽ αυτήν, αλλά την δημιούργησαν με χαρά από μόνοι τους» οι κοινοβιάζοντες.7

Σ᾽ αυτό ακριβώς, για το θέμα που ομιλούμε, έχουμε την διαφορά μας με την Αριστερά παράταξη, γιατί θέλει εκεί όπου δεν ακούγεται ο λόγος της περί κοινοκτημοσύνης, να πίπτει η ράβδος της, να εφαρμόζεται δηλαδή με βία το αγαθό της κοινοκτημοσύνης. Επαναλαμβάνω όμως τον λόγο του αγίου Βασιλείου ότι ο καταναγκασμός αυτός και η βία αυτή «δημιουργεί πολλή δυστροπία σ᾽ αυτούς που καταναγκάστηκαν σ᾽ αυτήν». Και αυτό έπειτα φέρει την εξέγερση των πολιτών.

7. Δυστυχώς στην κοινωνία των ανθρώπων και αυτών ακόμη των χριστιανικών λαών δεν βλέπουμε να βιώνεται το περί της αγάπης κήρυγμα του Χριστού, που δημιουργεί το όμορφο κοινοβιακό σύστημα με την κοινοκτημοσύνη των αγαθών. Αντίθετα βλέπουμε επικρατούσα την αδικία και μάλιστα βλέπουμε σκληρή αδικία, η οποία μας παρουσιάζει το θλιβερό φαινόμενο να διαχωρίζει την κοινωνία των ανθρώπων σε πλούσιους και φτωχούς, σε κύριους και δούλους, σε δυνάστες και δυναστευομένους. Αυτό, αγαπητοί μου, η Εκκλησία το ελέγχει από παλαιά ήδη με τις δυνατές φωνές των προφητών της και με τα δυνατά κηρύγματα στην συνέχεια των ακολουθούντων την γραμμή των προφητών, των αγίων Πατέρων, οι οποίοι με θαυμαστή παρρησία καυτηριάζουν τα αδικήματα των αρχόντων, μη φοβούμενοι τις απειλές τους.

Λυπάμαι γιατί ο χρόνος δεν επαρκεί να αναπτύξω το θέμα αυτό μεταδίδοντας τα κατά της αδικίας των βασιλέων κηρύγματα των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης η αναφέροντας περικοπές από τα σχετικά κηρύγματα των Πατέρων της ᾽Εκκλησίας μας. Ήδη ο παλαιότερος των προφητών, του οποίου κατέχουμε γραπτά κείμενα, ο προφήτης Αμώς επιτίθεται με ωμή γλώσσα εναντίον των γυναικών των αρχόντων, οι οποίες επίεζαν τους συζύγους τους να είναι καταπιεστικοί στον λαό, αδικούντες αυτόν, ώστε να πλουτούν και να διάγουν αυτές περισσότερο άνετο και τρυφηλό βίο. Τις γυναίκες αυτές ο προφήτης τις παραβάλλει προς τις αγελάδες της ευφόρου περιοχής Βασάν, τις παχειές δηλαδή αγελάδες! Ακούστε, παρακαλώ, τον ωμό έλεγχο του προφήτου κατά των γυναικών αυτών:

«Ακούστε τον λόγο αυτόν,
σεις, αγελάδες της Βασάν,
που κατοικείτε στο όρος της Σαμάρειας,
σεις, οι οποίες καταπιέζετε τους αδυνάτους
και καταθλίβετε τους πτωχούς,
σεις, οι οποίες λέγετε στους (άρχοντες) άνδρες σας
“φέρε να πιούμε”» (Αμ. 4,1)!

Η καταδυνάστευση των πτωχών είναι το προσφιλές θέμα του προφήτου. Πιστεύει ότι ο Θεός όλα σχεδόν μπορεί να τα συγχωρήσει, αλλά την καταδυνάστευση των πτωχών, όχι, δεν την συγχωρεί! Λέγει ο προφήτης:

«Τάδε λέγει Κύριος:
Για τρεις αμαρτίες του Ισραήλ,
ακόμη και για τέσσερις
δεν θα τιμωρήσω αυτήν (την πράξη).
Επειδή όμως πωλούν για χρήματα τον δίκαιον
και τον πτωχό για ένα ζευγάρι υποδημάτων,
αυτοί, οι οποίοι κατασυντρίβουν την κεφαλή των αδυνάτων
και φονεύουν τους πτωχούς
και ξαπλώνουν πάνω στα ενεχυριασμένα ενδύματα (των πτωχών),
ιδού (λέγει ο Κύριος) θα σας κάνω να τρέμετε,
όπως τρέμει η άμαξα η γεμάτη άχυρα.

…………………….

Επειδή καταπατείτε τον αδύνατο
και δώρα απ᾽ αυτόν λαμβάνετε
θα κατασκευάσετε μεν οικίες από πελεκητούς λίθους,
αλλά δεν θα κατοικήσετε σ᾽ αυτές.
Θα φυτέψετε ωραία αμπέλια,
αλλά δεν θα πιείτε το κρασί τους»
(Αμ. 2,6-8.13. 5,11)

Πολύ σύντομα αναφέρω και τον σκληρό πάλι έλεγχο του προφήτου Ηλία προς τον βασιλέα Αχαάβ, ο οποίος, παρακινηθείς από την σύζυγό του Ιεζάβελ, εφόνευσε τον πτωχό Ναβουθαί, για να του πάρει τον αγρό του. Το ανοσιούργημα αυτό καυτηρίασε ο προφήτης, ο οποίος γεμάτος οργή παρουσιάστηκε μπροστά στον βασιλέα και, με θαυμαστή παρρησία αποκαλώντας τον «δολοφόνο» και «άδικο κληρονόμο», του προφήτευσε επί λέξει στην συνέχεια: «Εκεί που τα σκυλιά έγλειψαν το αίμα του Ναβουθαί, εκεί τα σκυλιά θα γλείψουν και το δικό σου αίμα» (Γ´ Βασ. 20,19. Εβρ. 21,19)! Και αποτεινόμενος στην βασίλισσα Ιεζάβελ της είπε: «Τα σκυλιά θα σε καταφάγουν στην πεδιάδα Γιζρεέλ» (Γ´ Βασ. 20,23. Εβρ. 21,23)! Η πρόρρηση αυτή του προφήτου εξεπληρώθη πράγματι αργότερα (Γ´ Βασ. 22,1 εξ. Δ´ Βασ. 9,30 εξ.).

Την γλώσσα αυτή του προφήτου Ηλία την βλέπουμε να αναζεί στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος σε παρόμοια περίπτωση ήλεγξε με ισχυρό και σκληρό πάλι λόγο την βασίλισσα Ευδοξία, στον οποίον όμως σκληρό έλεγχο απήντησε και αυτή με σκληρό διωγμό κατά του αγίου πατρός, διωγμό που του επέφερε το τέλος της ζωής του.8

Επειδή ο λόγος εδώ για τον έλεγχο κατά της κοινωνικής αδικίας, λίαν προσφιλές θέμα στους οπαδούς της Αριστεράς, θέλω να υπενθυμίσω – να υπενθυμίσω μόνο – τους θαυμαστούς λόγους του Μεγάλου Βασιλείου κατά των πλουσίων και περί του πλούτου. Κατά τον άγιο πατέρα ο πλούτος αυτός καθ᾽ εαυτόν δεν έχει καμμία αξία. Αντίθετα ο πλούτος, με την άνιση κατανομή του, έγινε αιτία ανατροπής της εγκόσμιας τάξεως, όπως έτσι πάλι δίδασκαν και πολλοί κοινωνιολογούντες Έλληνες (Εις την Εξαήμερον Ζ´ 3-5). Κατά τον άγιο Βασίλειο, εφόσον τα αγαθά του πλουσίου προέρχονται από τον Θεό, ο πλούσιος δεν πρέπει να νοιώθει ότι είναι κάτοχος των αγαθών αυτών, αλλά «οικονόμος» τους (βλ. την ομιλία του Περί φθόνου 5), ώστε να τα επωφελούνται όλοι οι άνθρωποι. Και τελικά ωφελείται πνευματικά και ο ίδιος ο πλούσιος, γιατί ο «ελεών πτωχόν δανείζει Θεώ» (ομιλία Εις τον ΙΔ´ Ψαλμόν 5). Όταν όμως ο πλούσιος δεν φέρεται έτσι, τότε ο Μέγας Βασίλειος τον ελέγχει και τον αποκαλεί «άρπαγα», «πλεονέκτη», «εκμεταλλευτή των συνανθρώπων του», «τοκογλύφο», κ.α.9

Ο πραγματικά οπαδός του Χριστού πρέπει να ζει φτωχικά. Με το Ευαγγέλιο δεν μπορεί κανείς να πλουτίσει. Αδύνατον! Όποιος το κάνει αυτό και λέγει μάλιστα ότι είναι χριστιανός, πλανάται. Δεν είναι σωστός χριστιανός, αλλά υποκριτής. Πραγματικά, πως μπορεί να πλουτίζει ο χριστιανός, αφού βλέπει γύρω του τόση κραυγαλέα φτώχεια;

Προς τα παραπάνω αναφερθέντα νομίζουμε ότι οι οπαδοί της Αριστεράς πρέπει να είναι όχι απλώς σύμφωνοι, αλλά και θαυμαστές των ιερών κειμένων της Εκκλησίας μας. Είδατε, αγαπητοί μας ακροατές της Αριστεράς παράταξης, είδατε τι ωραία, ωραία και ηχηρά σαλπίσματα κατά της κοινωνικής αδικίας των αρχόντων, που έχει το βιβλίο του Θεού, η Αγία Γραφή και τα ιερά πατερικά κείμενα της Εκκλησίας; Θα ωφεληθείτε πολύ και θα έχετε σωστές και ωραίες εμπνεύσεις, εάν τα μελετήσετε.

8. Αλλά, επειδή εμνημόνευσα τον άγιο Βασίλειο, θέλω πολύ συντόμως να αναφέρω και άλλο λόγο του ιερού πατρός, λόγο πολύ άμεσα συνδεόμενο με το θέμα μας, για να φανεί και εδώ η συμφωνία της Εκκλησίας με την Αριστερά, αλλά και η διαφορά της. Ο άγιος Βασίλειος ασχολείται με το θέμα της εργασίας, την οποία ο ρωμαϊκός, αλλά και ο ελληνικός κόσμος, παλαιά υποτιμούσε και συνέδεε πάντα με τους δούλους.

Σε αντίθεση όμως με τις κρατούσες αντιλήψεις ο Βασίλειος τιμά την εργασία και την κηρύττει ως παράγοντα χαράς, υγείας και σωματικής και πνευματικής ισορροπίας του ανθρώπου, αλλά και αρμονίας της κοινωνίας. Ναι! Η αρμονία της κοινωνίας είναι αποτέλεσμα της ισόρροπης κατανομής της εργασίας. Ο άγιος Βασίλειος συνδέει την ευημερία της κοινωνίας με τον τρόπο κατανομής της εργασίας.10

Στα παραπάνω περί εργασίας λεγόμενα από τον άγιο πατέρα της Εκκλησία μας συμφωνούν ασφαλώς και οι οπαδοί της Αριστεράς. Ο απόστολος Παύλος λέγει καθαρά: «Όποιος δεν θέλει να εργάζεται δεν πρέπει και να τρώγει» (Β´ Θεσ. 3,10). Άκουσα ότι τον λόγο αυτόν τον είχαν αναρτήσει σε υψηλή πινακίδα στο Κρεμλίνο, χωρίς όμως να γράφουν από που προέρχεται ο λόγος αυτός. Και η Εκκλησία λοιπόν και η Αριστερά παράταξη συμφωνούν στο ότι ο άνθρωπος πρέπει να εργάζεται για να σταθεί η κοινωνία. Η διαφωνία όμως των δύο αυτών είναι στην διαφορετική θεώρηση του θέματος περί εργασίας. Ακούστε: Στον χριστιανό το «διδόναι» θεωρείται πάντοτε μακαριώτερο του «λαμβάνειν» (βλ. Πραξ. 20,35). Το «διδόναι» όμως προϋποθέτει να έχει κανείς για να προσφέρει. Γι᾽ αυτό και η εργασία κατά την Αγία Γραφή γίνεται και για έναν άλλο ακόμη σκοπό: Για την ελεημοσύνη! Ο απόστολος Παύλος γράφει προς τους χριστιανούς της Εφέσου: «Ο κλέπτης ας μην κλέπτει πλέον, αλλά ας εργάζεται τίμια με τα δικά του χέρια, για να μπορεί να δίνει και σε όποιον έχει ανάγκη» (4,28).

Η εργασία λοιπόν κατά την Εκκλησία δεν έχει σκοπό μόνο την αυτοσυντήρηση, αλλά και την άσκηση της αγάπης στους πτωχούς και πένητες ανθρώπους. Αλλά οι χριστιανοί, ενώ τιμούν την εργασία και την εξασκούν με προθυμία ως θεία εντολή, όμως δεν την θεοποιούν, ώστε να υποβιβάζουν τον άνθρωπο και να τον θεωρούν ως παραγωγικό μέσον. Δεν λέγουν δηλαδή οι χριστιανοί ότι η αξία του ανθρώπου είναι στο να δουλεύει. Τέτοια ανθρωπολογία, που υπάρχει σε κοσμικά συστήματα, δεν υπάρχει στην Εκκλησία.

9. Επειδή δεν επαρκεί ο χρόνος για περισσότερα και ήδη εξέφυγα του καθορισμένου για τους ομιλιτές χρόνου, λέγω αυτό το σύντομο και τελευταίο: Η Εκκλησία αποκρούει την αθεΐα και την βία. Γι᾽ αυτό οποιοδήποτε πολιτικό σύστημα έχει αυτά τα δύο το ελέγχει και το μάχεται. Ναι! Σε άθεο δεν μπορούμε να δώσουμε εμπιστοσύνη να μας κυβερνήσει, διότι, όπως είπε και ο Πολωνός Λεχ Βαλέσσα, «ο χωρίς Θεό άνθρωπος είναι επικίνδυνος»!

Ευχαριστώ που με ακούσατε.

Εκκλησία και Αριστερά

Check Also

Γιάννης Καμαρινός

Γιάννης Καμαρινός: Ξεκίνησε από την αρχή

της Ολυμίας Σαλαγιάννη Γιάννης Καμαρινός: Ξεκίνησε από την αρχή. Την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018 πραγματοποιήθηκε …

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Κάντε like στη σελίδα του evosmos.org στο Facebook Έτσι θα ενημερώνεστε πρώτοι για τα νέα της καθημερινότητας.

Κλείσιμο